συγκαλώ

συγκαλώ
(ε) (αόρ. συγκάλεσα и συνεκάλεσα, παθ. αόρ. συγκαλέστηκα и συνεκλήθην) μετ. созывать, собирать (на собрание, конференцию и т. п);

συγκαλώ γενική συνέλευση — созывать общее собрание;

συγκαλώ συνέδριο — созывать съезд


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "συγκαλώ" в других словарях:

  • συγκαλώ — συγκαλῶ, έω, ΝΜΑ [καλῶ] καλώ πολλά άτομα συγχρόνως σε ορισμένο χώρο για σύσκεψη και λήψη αποφάσεων (α. «ο πρόεδρος συγκαλεί τα μέλη τού συμβουλίου σε έκτακτη συνεδρίαση» β. «ὁ Κῡρος συνεκάλεσε Περσέων τοὺς πρώτους», Ηρόδ.) αρχ. 1. προσκαλώ… …   Dictionary of Greek

  • συγκαλώ — συγκαλώ, συγκάλεσα βλ. πίν. 76 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συγκαλώ — συγκάλεσα, συγκλήθηκα, συγκαλεσμένος, καλώ πολλούς στο ίδιο μέρος: Ο πρωθυπουργός συγκάλεσε έκτακτο υπουργικό συμβούλιο. – Ο γυμνασιάρχης συγκάλεσε τους καθηγητές σε έκτακτη συνεδρίαση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συγκαλῶ — συγκαλέω call to council pres subj act 1st sg (attic epic doric) συγκαλέω call to council pres ind act 1st sg (attic epic doric) συγκαλέω call to council fut ind act 1st sg (attic epic doric) συγκαλέω call to council pres subj act 1st sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκκλησία — Η αρχική σημασία της λέξης ήταν συνάθροιση του λαού, σύναξη. Ο χριστιανισμός έδωσε στον όρο ειδική σημασία, ώστε ε. να ονομάζεται πλέον το σύνολο των χριστιανών και κατ’ επέκταση οι χριστιανοί που ανήκουν πολιτικά σε ένα κράτος (π.χ. Ε. της… …   Dictionary of Greek

  • Liste unregelmäßiger Verben im Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben des Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben im Neugriechischen — sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden. Inhaltsverzeichnis 1 Vorbemerkungen und Statistik 2… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige neugriechische Verben — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • αναμαζώνω — και ανεμαζώνω 1. μαζεύω από εδώ κι από εκεί, περιμαζεύω, περισυλλέγω 2. τακτοποιώ, συγυρίζω 3. αποσπώ, απομακρύνω 4. καλώ, συγκαλώ 5. ψάχνω για κάτι και τό παίρνω στα χέρια μου 6. συγκεντρώνω πράγματα, θησαυρίζω 7. ζαρώνω από τον φόβο μου,… …   Dictionary of Greek

  • αρχαιρεσιάζω — ἀρχαιρεσιάζω (Α) [αρχαιρεσία] 1. κάνω αρχαιρεσίες, συγκαλώ συνέλευση για εκλογή αρχόντων 2. επιδιώκω κάποια αρχή ή αξίωμα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»